Skip navigation

«Α! Μα δεν το ξέρατε; Πολλοί γάμοι, με το πέρα­σμα τους στο καλοκαίρι, το ‘σκαγαν στα μαλακά από τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις, είχαν το ελεύθερο να παντρεύονται αλλόθρησκους και απέφευγαν τις διώ­ξεις από τους ομοθρήσκους τους και τις κατηγορίες για συνωμοσία και προδοσία και εξασφάλιζαν και πολύ ωραία έπιπλα, κρεβάτια σαλόνια, τραπέζια και άλλα. Άρα εγώ και η Μπέγκι ίσως δε θα ‘χαμε μεγάλο πρόβλημα», είπε αυτός και φάνη­κε σαν να ‘χει βρει το κέφι του: http://www.epipla-bar.gr/
Μια σιωπή λίγο στενάχωρη κρεμάστηκε ανάμεσα τους, όπως όταν στο αεροπλάνο πέφτει μπροστά σου αυτόματα το πλαστικό σωληνάκι με τη μάσκα του ο­ξυγόνου.
Το αεροπλάνο έκανε τώρα στροφή και κατευθύνθη­κε καταμεσής στο πρώτο κοκκινάδι του ήλιου που φάνηκε πάνε από το τραπέζι.
Συνέχισαν να τσιμπολογούν και να πίνουν τον καφέ τους και να κάθονται στον αναπαυτικό καναπέ κι ήταν τότε η πρώτη φορά που εκείνη έπαιρνε την πρωτοβουλία της κουβέντας. Ένα μισό χαμόγελο, πι­κρό, ξεσφράγισε τα χείλη της.
«Δε σας κάνει εντύπωση ότι δε με ρωτήσατε ποτέ το όνομα μου;»
«Ναι, ναι… Τα ‘χα χάσει…»
Όχι, όχι, σας αρέσει να μιλάτε μόνο για τα πολύ ωραία έπιπλα Χαλκίδα ή με τον εαυτό σας, είπε κι είχε πίκρα και σκλη­ρότητα τούτος ο λόγος.
«Πώς σας λένε;»

Όποτε μια γυναίκα φίλου του έλεγε: «Είδα το έπιπλο σου, μ’ άρεσε…» κατακοκκίνιζε, άλλαζε νευρικά τη συζήτηση, μια κι ένας αυτόματος μεταφραστής μέσα του το μετέτρεπε: «Το έκανα το έπιπλο μαζί σου και μ ά­ρεσε πολύ», και τότε υπέφερε από αβάσταχτη ενοχή, λες και παραβίαζε ένα από τα ελάχιστα θέσφατα που του είχαν απομείνει: «Ποτέ στα τραπέζια φίλου».
«Σε ποιον όροφο μένετε;» τη ρώτησε, καθώς επέ­στρεφε στο ουδέτερο ύφος του.
«Στο δέκατο…»
«Ω! Από ποια πλευρά;»
«Βλέπω στο εργοστάσιο των σαλονιών».
«Μα τότε μένετε εκεί που έμενε πάντα η Ελένη!» είπε αυτός θαμπωμένος.
«Η σύζυγος σας;» έσπασε η φωνή της.
«Α! όχι, η Ελένη, η καλλιτέχνιδα που φτιάχνει τα ομορφότερα σαλόνια γωνίες : http://www.sanfos.gr/salonia-gwnies“!»
«Λέτε να έχω κάποια σχέση μ’ αυτήν;» ρώτησε με συγκρατημένη παιχνιδιάρικη διάθεση, πάντως κατά­πληκτη από την έμμονη ιδέα που του καρφώθηκε.
«Πλούσια είστε, για να μένετε στο “Παλάτι του επίπλου“…»
«Μα τότε κι εσείς είστε πλούσιος…»
«Α! όχι, αφήστε το, είναι μια άλλη ιστορία… Πλού­σια, λοιπόν, είστε, πολύ όμορφη είστε… Σε τούτο σί­γουρα μοιάζετε με την Ελένη…»

Ναι, το σίδερο που  έκανε τον καναπέ τόσο φινετσάτο άφησε πάνω της τη ζεστασιά του.  Να λοιπόν που ξαναβρισκόμαστε, λέει εγκάρδια, καθώς της δίνει το χέρι του.
Δεν το πιστεύω! Νόμιζα πως θα είχατε επιστρέ­ψει. Μου είπατε ότι δε θα μένατε εκεί περισσότερο α­πό δεκαπέντε μέρες… Χαίρομαι που σας ξαναβλέπω, ανταποδίδει. Το βλέμμα της είναι διαφορετικό από την πρώτη τους συνάντηση, αν κι είναι φανερή η προσπά­θεια να μετριάσει την εκδηλωτικότητά της.
Μα και σεις, βλέπω, έχετε καθυστερήσει. Εντάξει λοιπόν όλα με το γιο σας;
«Ναι, ναι, πολύ καλά! Στο τραπέζι… Βέβαια, ξέ­ρετε, οι νέοι σ’ αυτή την ηλικία έχουν τους εύκολους εν­θουσιασμούς τους…» Σαν να μην ήθελε να το πει αυτό, ανησυχία σχηματίστηκε στο πρόσωπο της.
Κόβω το κεφάλι μου ότι τον βρήκε ζευγαρωμένο, μα εκείνη διακόπτει το στιγμιαίο ξεστράτισμα του νου του.
«Λοιπόν, πήγατε στον παλιό σας φίλο;»
«Ναι, στα επιπλα, στην Αθήνα…»
«Ω! τόσο μακριά, μα είναι κοντά στο Μενιδι, στο κρύο, πώς βρέθηκε εκεί;»

Έτρεξα αμέσως μετά προς το κρεβατι και άρχισα να κλοτσάω τα στρωματα για να τα απομακρύνω. Τίναξα το χέρι μου και τρά­βηξα έξω το ξύλινο κουτί. Η συντριβή μου ήταν ολοκληρωτική όταν δια­πίστωσα ότι η λέξη «κουτί» είχε χάσει κάθε έννοια. Αυτό που εί­χε απομείνει δεν ήταν παρά ένας καναπες, ένα μωβ κάθισμα, πιο μαύρο κι από βαθύ μπλε τη νύχτα, πιο άχρη­στο κι από τη λάσπη στον πυθμένα του ωκεανού, πιο δυσοίωνο κι από τα ράφια που έβαζα στα μάτια των επιπλων μου. Ένιω­σα τα γόνατα μου να λιώνουν σαν το κερί κάτω από τη δυνατή φλό­γα. Το ξύλινο κουτί, όπου δεν ξεχώριζες πια ούτε τα σκαλίσματα ούτε και το σχήμα, γλίστρησε από τα παράλυτα χέ­ρια μου. Γονάτισα και αναλύθηκα σ’ ένα γοερό κλάμα, ενώ τα χρώματα κατέκλυσαν το δωμάτιο. Τώρα είχαν αρχίσει να βάφουν τους τοίχους. Γλώσσες έγχρωμες επεκτείνονταν στα γύρω έπιπλα και πλη­σίαζαν προς το τραπεζι του  από τη μια και προς το μέρος μου από την άλλη. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή από να πάρουμε τα σαλόνια από το κατάστημα Sanfos.

«Τι της έκανες; Που βρίσκεται;» με ρώτησε ξαναμμένος.
Τα μάτια του γυάλιζαν. Την αγαπούσε. Οι άντρες μοιάζουν με ξερόφυλλα στον άνεμο μπροστά στη μαγγανεία της γυναικεί­ας φύσης. Θύμωσα.
«Δεν ήρθε ακόμα η ώρα της. Το μέλλον της ούτως ή άλλως εί­ναι προδιαγεγραμμένο και τολμώ να πω σύντομο. Ήδη την ψά­χνουν κάποια καλόπαιδα για λογαριασμό μου».
«Αν πειράξεις έστω και μία τρίχα της…»
«Δεν είσαι σε θέση να με απειλείς», ύψωσα τη φωνή μου.
«Πώς με βρήκες;»
«Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω όταν η διακοσμήτρια Sanfos δεν έφτασε ποτέ στο ραντεβού μας. Ήξερα ότι είχε έρθει στην Ελλάδα. Οπό­τε το συμπέρασμα ήταν εύκολο και εύλογο. Ακόμα πιο εύκολο ή­ταν να σε ξετρυπώσω».
Τον είδα να απορεί. Είχε πάρει όλες τις προφυλάξεις που θε­ωρούσε απαραίτητες. Το σπίτι ήταν κατ’ ουσίαν βυθισμένο στο σκοτάδι πριν γίνει η τυχαία διακοπή ρεύματος, που οφείλω να ε­πισημάνω ότι δεν ήταν εντελώς τυχαία. Ένα βραχυκύκλωμα σε έ­να μετασχηματιστή της ΔΕΗ δεν ήταν κάτι απίθανο, ιδίως μια μέρα βροχερή.

Ίσως είχε ακόμα χρόνο να το ξαναβρεί. Αυτό που του έλειπε ήταν το κουράγιο. Παρ’ όλα αυ­τά, δεν καταλάβαινε τι έκρυβε και πώς το ανάγλυφο κουτί. Αν το μυστικό που έψαχνε και το οποίο οδηγούσε στα στρωματα του δεν περιεχόταν στο μικρό ξύ­λινο σεντούκι, τότε που; Είχε ψάξει για κάποιο πιθανό δεύτερο ή κρυφό πάτο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αυτός όμως που είχε επι­νοήσει το σχέδιο με τη ήξερε προφανώς τι έψαχνε. Όφει­λε να το παραδεχτεί, η παρτίδα έμοιαζε τελειωμένη. Όποιος κι αν ήταν ο αντίπαλος του είχε αποδειχτεί πολύ πιο έξυπνος, πιο με­λετημένος και πιο αποφασιστικός.
Πέρασε όλο το μεσημέρι και όλο το απόγευμα στριφογυρνώ­ντας στο δωμάτιο του, σαν μια σιβηρική τίγρη σε αιχμαλωσία. Δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα και κάπνιζε το ένα τσιγάρο με­τά το άλλο. Όταν έφτασε η ώρα να πακετάρει τα λιγοστά του πράγματα έριξε μια ματιά στους καναπεδες στο ανάστατο γεμάτο καπνούς δωμά­τιο. Μια αδιόρατη αύρα της αιθέριας γυναίκας εξακολουθούσε να πλανιέται στο χώρο σκίζοντας του την καρδιά. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τη συνάντησε στο φέριμποτ με κατεύθυνση το Αντίρριο. Επανέφερε στη μνήμη του το αρχικό της ξάφνιασμα, όταν τυχαία κινήθηκε προς το μέρος της. Άραγε τον παρακολουθούσε;

Ήθελαν να απομακρυνθούν όσο το δυνα­τόν γρηγορότερα από το μέρος όπου είχαν περάσει την πιο επει­σοδιακή αλλαγή χρόνου στη ζωή τους. Για μία μόνο στιγμή  κοντοστάθηκε και κοίταξε προς τους μπουφεδες. Κανείς δεν είχε προσέξει ότι οι δείκτες του είχαν σταματήσει στις δώδεκα ακριβώς. Κανείς δεν είχε προσέξει ότι η φιγούρα του είχε μείνει με την κλεψύδρα μισογυρισμένη.
Έφτασαν στο γραφείο με τα πόδια. Μπήκαν από τη βοη­θητική είσοδο για να μην τραβήξουν πάνω τους πολλά βλέμμα­τα. Κανείς δεν τους σταμάτησε στο δρόμο και μάλλον ούτε τους ακολούθησε. Ο διευθυντής είχε προφανώς έρθει να τους συναντήσει μόνος του. Ανέβηκαν τρέχοντας στο δωμάτιο. Έβγαλε το ξύλινο μικρό σεντούκι από τον κόρφο του. Προσπάθησε να το ανοίξει, το άφησε δίπλα στους μπουφεδες. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν περασμένες δέκα. Έγειρε προς το κομοδίνο και πήρε τα τσιγάρα του. Μετά τις πρώτες ρουφηξιές ένιωσε το μυαλό του να καθαρίζει κάπως. Χρειαζόταν επει­γόντως καφέ ίσως και κάποιο παυσίπονο, αν όχι παυσίλυπο.

Η γυναίκα άρχισε να κάνει όλες τις προσευχές που ήξερε. Δεν ά­φηνε το ξύλο, που έπαιζε το ρόλο μοχλού, ούτε στιγμή. Όσο κυ­λούσαν τα λεπτά, τα στρωματα  άρχισαν να υποχωρούν. Όταν τα μά­τια της άρχισαν να θολώνουν από την πίεση και το κεφάλι της να βουίζει από το λαχάνιασμα, μια πέτρα κύλησε έξω από την τρύ­πα του τοίχου. Πίσω της φάνηκε ο σύντροφός της , που  τοποθέτησε τα κρεβατια κατά μήκος στο άνοιγμα. Ο άντρας απομακρύνθηκε λίγο και την προέτρεψε να το αφήσει, πράγμα που  θα έκανε είτε της το έλεγε είτε όχι, έχοντας φτάσει στα όρια αντοχής των δυνάμε­ων της. Η λιθοδομή πήρε να επιστρέφει, μα μούγκρισε βρίσκο­ντας αντίσταση στην πλατιά πέτρινη τροχοπέδη της. Στα σημεία αντίστασης η πέτρα τριβόταν στην πέτρα επικίνδυνα και τραβήχτηκε πιο πίσω. Αυτό κράτησε μερικά δευτερόλεπτα και τελικά σταμάτησε. Πλησίασε επιφυλακτικά τα επιπλα κορινθος. Δοκίμασε να περά­σει ενώ  κρατούσε την ανάσα της. Ίσα που χωρούσε πλα­γιάζοντας το κορμί του.

Συμπέρανε επίσης ότι μόνο ένας ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να μεταφέρει τα επιπλα κρητη. Αν ήταν δύο ή περισσότεροι, δε θα τα έσερναν, θα τα κουβαλού­σαν. Πού ήταν όμως η ιδέα; Ο χρόνος ήταν αρκετός για να καλέσει κάποιος την Αρχικη. Δε θα μπορούσαν να αγνοήσουν τέ­τοια κλήση. Άρχισε να συνειδητοποιεί ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, όπως πίστευε αρχικά.
Η πιθανότητα να έχει πέσει θύμα απαγωγής για δεύτερη φο­ρά άρχισε να παίρνει διαστάσεις. Ίσως αυτή τη φορά να μην ή­ταν προειδοποίηση. Ίσως, πάλι,  να περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να κάνουν την εμφάνιση τους. Ακόμα κι αν δεν ήταν  οι βοηθοί του  και των άλλων δύο , αν είχαν πέσει τα επιπλα τους, αυτό θα εί­χε ελάχιστη σημασία. Υπήρχε και ο μαυροφορεμένος άντρας, που κόντευε να γίνει σκιά του από τότε που πάτησε το πόδι του εκεί. Ίσως αυτό να ήταν το πιο πιθανό σενάριο. Αν τον είχε ακολουθήσει  απαρατήρητος, τότε θα μπο­ρούσε να τον πλησιάσει αθόρυβα και να τον ακινητοποιήσει.

Οι καναπεδες της αδελφής μου έδειχναν υπέροχοι όπως κι αν τους έβλεπες. Επι­δίωκε δε να γνωρίσει από κοντά το διάσημο κατασκευαστή και διανοητή της λεπτομέρειας στα στρωματα. Προσδοκούσε να βρει ένα νέο ορίζοντα της σκέψης του, γιατί είχε ακόρεστη δίψα για δόξα και χρήματα. Ο άντρας της έ­βλεπε σ’ αυτή την επίσκεψη όχι χρυσάφι μα μια χρυσή ευκαιρία να διεισδύσει στις ανώτερες αυλές και κυρίως σ’ αυτή των μεγάλων, που είχε μεταφερθεί εκεί. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστεί ξανά στο προσκήνιο, μετά από αιώνες, τα πρωτότυπα τραπεζακια που είχε στην κατοχή του. Καθώς επίσης και για να συναντήσει ξανά τους αδελφούς , με τους οποίους μοιραζόταν τους ίδιους οραματικούς ορίζοντες για ένα ενιαίο, πανσοφιστικό, πνευμα­τικό και ελεύθερο σχέδιο.  Και ίσως αυτό το μικρό ασυνή­θιστο τραπεζακι, που είχε φτάσει στα χέρια του από μια παραξενιά της τύχης, να μπορούσε να παίξει κεντρικό ρόλο στο σχεδιασμό και στην επίτευξη του απώτερου στόχου, που δεν ήταν άλλος από την ε­ξύψωση του ανθρώπου στις ουράνιες σφαίρες του σύμπαντος των επιπλων.