Skip navigation

Monthly Archives: June 2012

Ίσως είχε ακόμα χρόνο να το ξαναβρεί. Αυτό που του έλειπε ήταν το κουράγιο. Παρ’ όλα αυ­τά, δεν καταλάβαινε τι έκρυβε και πώς το ανάγλυφο κουτί. Αν το μυστικό που έψαχνε και το οποίο οδηγούσε στα στρωματα του δεν περιεχόταν στο μικρό ξύ­λινο σεντούκι, τότε που; Είχε ψάξει για κάποιο πιθανό δεύτερο ή κρυφό πάτο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Αυτός όμως που είχε επι­νοήσει το σχέδιο με τη ήξερε προφανώς τι έψαχνε. Όφει­λε να το παραδεχτεί, η παρτίδα έμοιαζε τελειωμένη. Όποιος κι αν ήταν ο αντίπαλος του είχε αποδειχτεί πολύ πιο έξυπνος, πιο με­λετημένος και πιο αποφασιστικός.
Πέρασε όλο το μεσημέρι και όλο το απόγευμα στριφογυρνώ­ντας στο δωμάτιο του, σαν μια σιβηρική τίγρη σε αιχμαλωσία. Δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα και κάπνιζε το ένα τσιγάρο με­τά το άλλο. Όταν έφτασε η ώρα να πακετάρει τα λιγοστά του πράγματα έριξε μια ματιά στους καναπεδες στο ανάστατο γεμάτο καπνούς δωμά­τιο. Μια αδιόρατη αύρα της αιθέριας γυναίκας εξακολουθούσε να πλανιέται στο χώρο σκίζοντας του την καρδιά. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τη συνάντησε στο φέριμποτ με κατεύθυνση το Αντίρριο. Επανέφερε στη μνήμη του το αρχικό της ξάφνιασμα, όταν τυχαία κινήθηκε προς το μέρος της. Άραγε τον παρακολουθούσε;

Ήθελαν να απομακρυνθούν όσο το δυνα­τόν γρηγορότερα από το μέρος όπου είχαν περάσει την πιο επει­σοδιακή αλλαγή χρόνου στη ζωή τους. Βρίσκονταν τότε στο κοινό τους σπίτι στο Πήλιο με τα παραδοσιακά έπιπλα και εκείνες τις υπέροχες δαντελένιες κουρτίνες στα παράθυρα και τις πόρτες.  Για μία μόνο στιγμή  κοντοστάθηκε και κοίταξε προς τους μπουφεδες. Κανείς δεν είχε προσέξει ότι οι δείκτες του είχαν σταματήσει στις δώδεκα ακριβώς. Κανείς δεν είχε προσέξει ότι η φιγούρα του είχε μείνει με την κλεψύδρα μισογυρισμένη.
Έφτασαν στο γραφείο με τα πόδια. Μπήκαν από τη βοη­θητική είσοδο για να μην τραβήξουν πάνω τους πολλά βλέμμα­τα. Κανείς δεν τους σταμάτησε στο δρόμο και μάλλον ούτε τους ακολούθησε. Ο διευθυντής είχε προφανώς έρθει να τους συναντήσει μόνος του. Ανέβηκαν τρέχοντας στο δωμάτιο. Έβγαλε το ξύλινο μικρό σεντούκι από τον κόρφο του. Προσπάθησε να το ανοίξει, το άφησε δίπλα στους μπουφεδες. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν περασμένες δέκα. Έγειρε προς το κομοδίνο και πήρε τα τσιγάρα του. Μετά τις πρώτες ρουφηξιές ένιωσε το μυαλό του να καθαρίζει κάπως. Χρειαζόταν επει­γόντως καφέ ίσως και κάποιο παυσίπονο, αν όχι παυσίλυπο.